narvanitidis
Γεωλογική-κοιτασματολογική έρευνα στην περιοχή Παλιάς Καβάλας με στόχο τα χρυσοφόρα σιδηρομαγγάνια, με την αρχαία Εγνατία οδό να κάνει την διαφορά   

Παλιά η Καβάλα και αρχαία η Εγνατία, υπό την “εξουσία” της γεωλογίας 
Την χρονική περίοδο 1986-1990, ο προγραμματισμός έργων του ΙΓΜΕ, σε συνδυασμό με την αναζήτηση ερευνητικών στόχων με δυναμικό γεωλογικό και κοιτασματολογικό ενδιαφέρον, με έφερε μαζί με άλλους συναδέλφους, στην περιοχή Παλιάς Καβάλας. Τρία με τέσσερα χρόνια που ήταν από τα καλύτερα σε σχέση με την καλή συνεργασία που υπήρξε, αλλά και με την σύνθετη ερευνητική διάσταση και πρόκληση που έκρυβε, μαζί με τις ενδείξεις μιας «χρυσής» προοπτικής. Σε απόσταση αναπνοής από την «Νέα» Καβάλα, δίπλα στην αρχαία Εγνατία οδό (η νέα δεν υπήρχε ακόμη) και εύκολη πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό αρχαίων μεταλλείων, και πολλών και διαφόρων μεταλλευμάτων. Από αυτά που όλοι όταν τα βλέπουν, λένε ότι «εδώ πρέπει να υπάρχουν μέταλλα, και εννούν βέβαια τον χρυσό». Και γιατί να νοιαστεί κανείς για την σημερινή νέα Εγνατία όταν υπάρχει στην περιοχή η αρχαία. Γιατί μπροστά στην αρχαία Εγαντία οδό η νέα δεν πιάνει φράγκο. Αυτό το ξεχωριστό έργο καταπληκτικής κατασκευαστικής και αρχιτεκτονικής τελειότητας. Με λιθόστρωτο δρόμο, φτιαγμένο με πλάκες από τα διπλανά μάρμαρα. Αποτέλεσμα των καινοτόμων προσεγγίσεων και τεχνοτροπικών ικανοτήτων τόσο των αρχαίων ελλήνων που τον ξεκίνησαν όσο και των Ρωμαίων που τον ολοκλήρωσαν. Με την παρουσία καλοδιατηρημένων τμημάτων της αρχαίας Εγνατίας οδού που πέφτεις πάνω τους μόνο αν είσαι βοσκός ή γεωλόγος. Που σκαρφαλώνει από εδώ και από εκεί, και γράφει άπειρα χιλόμετρα, για να γνωρίσει τα πετρώματα, να δει προς τα που στρίβουν και πόσο απότομα βυθίζονται οι γεωλογικοί σχηματισμοί, αν τους ανεβοκατέβασε κανένα ρήγμα, και φυσικά αν και που υπάρχουν άφθονα μεταλλικά κυρίως ορυκτά. Και όλα αυτά για να φτιάξει ένα γεωλογικό χάρτη που διαβάζοντας τον απεικονόζει και διαχωρίζει με τον πλέον ακριβή τρόπο την εξάπλωση και τα όρια των διαφόρων πετρωμάτων, τόσο στην επιφάνεια όσο και στο υπέδαφος. Ένας καλός γεωλογικός χάρτης παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, που μεταξύ άλλων συμβάλλουν καθοριστικά στον καλύτερο δυνατό σχεδιασμό της κοιτασματολογικής έρευνας, που ήταν και ο βασικός λόγος που μαζί με τους συναδέλφους βρεθήκαμε στην Παλιά Καβάλα. Αρχαία Εγνατία οδός λοιπόν κατασκευασμένη από τα μάρμαρα της περιοχής, με δίπλα τα αρχαία μεταλλεία και πάντα υπαρκτό το δυναμικό κοιτασματολογικό ενδιαφέρον. Με την γεωλογία δηλαδή, από την μια να ενώνει πολιτισμούς, από την ανατολή και το Βυζάντιο μέχρι την δύση και την Ρώμη, και από την άλλη να κινεί την μεταλλευτική οικονομία, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής απασχόλησης και δημιουργικής προόδου. Τι το καλύτερο να ζητήσει κάποιος από το να βρεθεί και να δουλεύει για μερικά χρόνια σε μια περιοχή με το πολύπλευρο και πολυδιάστατο αυτό ενδιαφέρον. Να γνωρίσει, μαζί με όλα αυτά, την Παλιά Καβάλα και τα γύρω χωριά του Χαλκερού, της Κορυφής, της Λεκάνης, του Ζυγού, του Κρυονερίου, έχοντας και αυτά από την πλευρά τους την δική τους κοιτασματολογική σημασία και αξία.

Τμήματα της αρχαίας Εγνατίας οδού με τη μαρμάρινη λιθόστρωση ασορτί με το γεωλογικό περιβάλλον  

Το κοιτασματολογικό ενδιαφέρον της ευρύτερης περιοχής Παλιάς Καβάλας, σχεδόν στο σύνολο του εντοπίζεται στις περιεκτικότητες χρυσού και αργύρου που μπορεί να υπάρχουν στα σιδηρομαγγανιούχα μεταλλεύματα που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος, και που το καθένα ταυτίζεται μεταλλευτικά με κάποιο από τα ιδιαίτερα τοπωνύμια, όπως Μάνδρα Καρή, Γκορίζο Λόφος, Γκιόλια, Κόκαλλα, Κάστρο Χαλκερού, Θυμαριά, Μαύρη Τρύπα, Αγία Ελένη. Με την ερευνητική ομάδα του ΙΓΜΕ να αναφέρεται σε ένα αρκετά μεγάλο εύρος ειδικοτήτων από γεωλόγους-χαρτογράφους, κοιτασματολόγους, γεωχημικούς, γεωφυσικούς, ορυκτολόγους και μηχανικούς μεταλλείων. Έχοντας στην επιστημονική διάθεση και δυναμική του έργου τα χαρτογραφικά «κεντήματα» του Γιάννη Χατζηπαναγή, αλλά και του Λευτέρη Δημάδη σε περισσότερο καθολική κλίμακα, τις νέες κοιτασματολογικές προσεγγίσεις από εμένα, τον Νίκο Επιτρόπου, τον Δημήτρη Ηλιόπουλο, τον Χρήστο Κοσμά, τον Μίλτο Νυμφόπουλο, τον Νίκο Φάβα, αλλά και τους ξένους συνεργάτες James Baker και Pier de Groot, τον γεωχημικό χάρτη του Κ. Κούβελου και Γιάννη Αγγελικάκη, την γεωφυσική έρευνα του Σωτήρη Νικολάου και του Γιώργου Σκιάνη, την ορυκτολογική μελέτη από τους Μαρίνα Δημήτρουλα, Ελευθερία Δήμου, Γιάννη Ζάννα, Βασίλη Περδικάτση και Γιώργο Οικονόμου, καθώς και το έργο μηχανικού του Γιώργου Γιαλόγλου. Και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα έχω ξεχάσει τα ονόματα και άλλων συναδέλφων που συμμετείχαν, και φυσικά ζητώ την κατανόηση τους για αυτό.

Εμφανίσεις χρυσοφόρου σιδηρομαγγανιούχου μεταλλεύματος  στη θάση Γκορίζο Λόφος με φόντο την Θάσο

“«Σκουριασμένο» μετάλλευμα Ολυμπιάδας είναι τα σιδηρομαγγάνια της Παλιάς Καβάλας 
Είναι συχνή και εύκολα αναγνωρίσιμη, η μεταλλογενετική εξέλιξη και η σχετική μεταλλοχημική διαφοροποίηση συγκεκριμένων μεταλλοφόρων τύπων της Σερβομακεδονικής και δυτικής Ροδόπης, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις εντυπωσιακές κοιτασματολογικές «μεταλλάξεις» που παρατηρούνται και διαπιστώνονται στην ΒΑ Χαλικιδική (Ολυμπιάδα, Μαύρες Πέτρες, Πιάβιτσα), στο Παγγαίο (Πιλάφ Τεπέ, Μεσορόπη), στην Δράμα (25 χιλιόμετρο, Ταρτάνα, Καρπουζλούκ) και στην Παλιά Καβάλα που ίσως αποτελεί και την κλασσικότερη περίπτωση. Με τα θειούχα κοιτάσματα βαθειά στο υπέδαφος των μεταλλείων Ολυμπιάδας και Μαύρων Πετρών να οξειδώνονται (να “σκουριάζουν” δηλαδή) άμεσα και έντονα κάθε φορά που προσεγγίζουν και κάνουν την εμφάνιση τους στην επιφάνεια, όπου έρχονται σε επαφή με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας. Έτσι προκύπτουν τα καφέ, κόκκινα και μαύρα μεταλλεύματα, τις «Μαύρες Πέτρες» δηλαδή, που βλέπει κανείς να ξεπροβάλλουν δίπλα στην Στρατονίκη, και σε όλο το μήκος του επιβλητικού μεταλλοφόρου ρήγματος της περιοχής από το Στρατώνι ανατολικά, την Πιάβιτσα κεντρικά μέχρι την Βαρβάρα δυτικά. Οξείδια μεταλλεύματα εμπλουτισμένα σε σίδηρο και μαγγάνιο που όμως εξακολουθούν να διατηρούν την πολυμεταλικότητα των αρχικών πρωτογενών θειούχων κοιτασμάτων από τα οποία προέρχονται. Πιο συγκεκριμένα, σε συνθήκες υπεδάφους τα μέταλλα βρίσκονται σχεδόν πάντοτε με την μορφή θειούχων ορυκτών. Για παράδειγμα, ο σιδηροπυρίτης, που είναι κιτρινωπό θειούχο ορυκτό του σιδήρου, μόλις βρεθεί σε συνθήκες αυξημένης παρουσίας οξυγόνου, «μεταμορφώνεται» κυρίως σε κόκκινο και καφέ λειμονί.τη, που είναι οξείδιο ορυκτό του σιδήρου. Στα ίδια κοιτάσματα της Ολυμπιάδας και των Μαύρων Πετρών, το αρχικό μαγγάνιο βρίσκεται σαν αλαβανδίτης, που είναι θειούχο ορυκτό του μαγγανίου και σαν ροδοχρωσίτης, που είναι ανθρακικό ορυκτό του μαγγανίου, που και τα δύο στην επιφάνεια «μεταλλάσσονται» κυρίως σε πυρολουσίτη, χαρακτηριστικό οξείδιο (υδρο-) ορυκτό του μαγγανίου. Ακριβώς αυτή είναι και η μεταλλογενετική σχέση και προέλευση των σιδηρομαγγανιούχων μεταλλευμάτων που εμφανίζονται και απλώνονται γεωγραφικά σε όλες τις πλευρές και χώρους της ευρύτερης περιοχής Παλιάς Καβάλας. Αποτελούν όλα τα μεταλλεύματα, σε μεγάλο βαθμό, οξειδωμένα ισοδύναμα θειούχων μεταλλικών ορυκτών επιφανειακά εκτεθειμένων μέσα από την γεωτεκτονική εξέλιξη της περιοχής. Μια διεργασία χημικής διάβρωσης που μετατρέπει τον αρσενοπυρίτη, που είναι θειούχο ορυκτό αρσενικού και σιδήρου με υψηλές περιεκτικότητες χρυσού, σε σκοροδίτη, οξείδιο (υδρο-) ορυκτό του αρσενικού. Μέσα από αυτή την διαδικασία οξείδωσης ο δυσκατέργαστος μεταλλουργικά αρσενοπυρίτης, «απελευθερώνει» τον χρυσό και μεταβάλλεται σε σκοροδίτη που έχει απόλυτα αδρανή χημική συμπεριφορά στη σχέση του με το περιβάλλον.

Το ΙΓΜΕ άρχισε το 1984 να διεξάγει βασική γεωλογική και κοιτασματολογική έρευνα. Από τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών προκύπτουν θετικά συμπεράσματα σχετικά με την ποιότητα και την ποσότητα του μεταλλεύματος. Ερευνητικές εργασίες (18 γεωτρήσεων μέσου βάθους 150 μέτρων) που έγιναν από την Μεταλλευτική Βορείου Ελλάδος (1972-1973) παρέχουν θετικές πληροφορίες για την ύπαρξη σημαντικών μεταλλικών συγκεντρώσεων πολύτιμων μετάλλων στην θέση Γκιόλια που αποτελεί το ΒΑ άκρο της ζώνης Μάνδρα Καρή-Γκιόλα. Συγκεκριμένα αναφέρεται η παρουσία 2.500.000 τόνων πιθανών αποθεμάτων με μέση περιεκτικότητα 2-2,5 γρ/τον χρυσό. Υπολογίζεται ότι το 20% δηλαδή περίπου 400.000 τόνοι έχουν μια μέση περιεκτικότητα σε 7 γρ/τον χρυσό. Στην ευρύτερη περιοχή, επιφανειακές παρατηρήσεις σε συνδυασμό με γεωτρήσεις (8 γεωτρήσεις την περιοχή Κόκκαλα και 1 στη Μ. Καρή) δείχνουν την ύπαρξη 10.000.000 τόνων δυνατών αποθεμάτων. Τα μεταλλοφόρα σώματα εντοπίζονται στους ανώτερους μαρμαροσχιστολιθικούς ορίζοντες και σε βάθος μέχρι 100 μέτρα από την επιφάνεια και το πάχος τους κυμαίνεται από 0,50-13,50 μέτρα. Οι περιεκτικότητες του χρυσού, που παρουσιάζουν συμπαθητική σχέση με το αρσενικό, αυξάνουν με το βάθος. Σχετικά με την ανάκτηση των πολύτιμων μετάλλων, για τον χρυσό φθάνει μέχρι 99%, για τον άργυρο 78% και για το αρσενικό περίπου 60%. Με βάση τα αποτελέσματα των γεωφυσικών ερευνών, καθώς και της συστηματικής δειγματοληψίας του ΙΓΜΕ, σε επιφανειακά και υπόγεια τμήματα της μεταλλοφορίας στις θέσεις Γκορίζο Λόφου και Μάνδρα Καρή, οι προοπτικές για εντοπισμό σημαντικών μεταλλοφόρων σωμάτων παρουσιάζονται ενθαρρυντικές.
Στη βάση των συμπερασμάτων αυτών το ΙΓΜΕ επανήλθε στην περιοχή γύρω στο 1987-1990, με νέα ομάδα γεωλόγων, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο προηγούμενο πρώτο μέρος της ιστορικής αυτής αναφοράς και παρέμβασης, καθώς και με διαφορετικούς κοιτασματολογικούς στόχους και προσέγγιση. Οι συγκεντρώσεις σιδηρομαγγανιούχων οξειδώσεων, που αποτελούν τις χαρακτηριστικές μεταλλοφόρες εμφανίσεις της περιοχής, ερευνήθηκαν αυτή τη φορά με έμφαση στο κοιτασματολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι περιεκτικότητες μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκού, χρυσού και αργύρου. Να διερευνηθεί δηλαδή κατά πόσο σίδηρος και μαγγάνιο, κρύβουν μέσα τους χρυσό και άργυρο. Πολύ γρήγορα προσδιορίστηκε η ορυκτολογική σύσταση που λίγο πού είναι η ίδια σε όλες τις μεταλλοφόρες εμφανίσεις της Παλιάς Καβάλας, αποτελούμενη από αρσενοπυρίτη, σιδηροπυρίτη, χαλκοπυρίτη, μαγνητοπυρίτη, γαληνίτη, σφαλερίτη, γκαιτίτη, ενσουτίτη, ολενίτη, χαλκοφανή, σιδερίτη, αιματίτη, λεπιδοκροκίτη, τοντοροκίτη, λειμωνίτη, καθώς και ασβεστίτη και χαλαζία. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή της Παλιάς Καβάλας καταλαμβάνει έκταση 250 τ.χλμ και συμπεριλαμβάνει περισσότερες από 70 εμφανίσεις οξειδωμέμου μεταλλεύματος, περισσότερο σιδηρούχου και λιγότερο μαγγανιούχου. Οι πιο σημαντικές μεταλλοφόρες συγκεντρώσεις βρίσκονται στις θέσεις Μάνδρα Καρή, Γκιόλια, Γκορίζο Λόφος και Θυμαριά. Οι μεταλλοφορίες είναι τεκτονικά ελεγχόμενες και περιορίζονται από ΒΑ και ΒΔ ζώνες διάτμησης μεταξύ σχιστολίθων (γνεύσιοι, αμφιβολίτες) και μαρμάρων της σειράς του Παγγαίου. Η μεταλλοφορία συναντάται σε μορφή φλεβών ή συμπαγών σωμάτων με κύρια ορυκτά τον αρσενοπυρίτη, σιδηροπυρίτη, ήλεκτρο, χαλκοπυρίτη, μαγνητοπυρίτη, γαληνίτη, χαλαζία και ασβεστίτη. Οι τεκτονικές επαφές μεταξύ μαρμάρων και σχιστολίθων φαίνεται ότι είναι οι πιο ευνοϊκές θέσεις εναπόθεσης της μεταλλοφορίας. Τα μεταλλοφόρα σώματα έχουν φακοειδή, στρωματόμορφη ή ακανόνιστη μορφή. Ο χρυσός βρίσκεται συχνά σε αυτοφυή μορφή μέσα σε γκαιτίτη που είναι αποτέλεσμα οξέιδωσης του σιδηροπυρίτη. Οι θειούχες μεταλλοφορίες των βασικών μετάλλων της Παλιάς Καβάλας, που προηγήθηκαν της οξείδωσης, δημιουργήθηκαν από υδροθερμικά διαλύματα μεταμορφικής προέλευσης που εγκλωβίστηκαν σε ρηξιγενείς ζώνες. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα διαλύματα αυτά επανακινητοποιήθηκαν και εμπλουτίσθηκαν με μαγματικά ρευστά που έχουν σχέση με τον Τριτογενή μαγματισμό της περιοχής. Αναλύσεις που έγιναν σε δείγματα χαλαζιακών φλεβών με ασβεστίτη, χαλκοπυρίτη και σιδηροπυρίτη, έδωσαν περιεκτικότητες σε χρυσό πάνω από 9,5 γρ/τον. Αναλύσεις σε φλέβες οξειδωμένου σιδηροπυρίτη έδωσαν περιεκτικότητες από 0,1 έως 14 γρ/τον χρυσό. Αναλύσεις από την θέση Μάνδρα Καρή έδωσαν περιεκτικότητα σε χρυσό λιγότερη από 1 γρ/τον, όμως αυξημένη περιεκτικότητα σε άργυρο (>160 γρ/τον). Το μετάλλευμα της περιοχής Μάνδρα Καρή χαρακτηρίζεται γενικά από υψηλές περιεκτικότητες σε άργυρο και χαμηλές περιεκτικότητες σε χρυσό. Οι περιεκτικότητες του σίδηρου ανέρχονται σε 30%, του μαγγανίου 25,1%, του μολύβδου 0,5% και του ψευδαργύρου 0,3%. Τα βέβαια αποθέματα στην θέση Μάνδρα Καρή υπολογίζονται σήμερα σε 500.000 τόνους σιδηρομεταλλεύματος με 0,1 γρ/τον χρυσό. Στο παρελθόν υπήρξε εξόρυξη 100.000 τόνων. Τα μεταλλοφόρα σώματα της θέσης Γκιόλια θεωρούνται ότι βρίσκονται σε βαθύτερο επίπεδο διάβρωσης. Παρατηρήθηκαν πρωτογενή ορυκτά (σιδηροπυρίτης, αρσενοπυρίτης, χαλκοπυρίτης) μέσα σε χαλαζιακές φλέβες. Αρσενοπυρίτης, σιδηροπυρίτης, χαλκοπυρίτης, μαγνητοπυρίτης, γαληνίτης, χρυσός και χαλαζίας είναι η χαρακτηριστική ορυκτολογική σύσταση για τις μεταλλοφορίες της θέσης Γκιόλια. Ο χρυσός εντοπίζεται σε υπομικροσκοπική μορφή (1,5-2,5 μικρά) μέσα στο χαλαζία σε λατυποποιημένες χαλαζιακές φλέβες. Στη θέση Γκιόλια τα βεβαιωμένα αποθέματα ανέρχονται σε 300.000 τόνους με 7 γρ/τον χρυσό, 50% σίδηρο και 7,5% μαγγάνιο. Στο παρελθόν υπήρξε εξόρυξη 50.000 τόνων μεταλλεύματος. Στη θέση Τρύπα – Αγία Ελένη τα βέβαια αποθέματα ανέρχονται σε 10.000 τόνους σιδηρούχου μεταλλεύματος με 5,5 γρ/τον χρυσό. Η περιεκτικότητα του σιδήρου και του μαγγανίου είναι 40% και 25 % αντίστοιχα. Σημειώνεται επίσης και η παρουσία βασικών μετάλλων μολύβδου, ψευδαργύρου με περιεκτικότητες και των δύο στοιχείων περίπου 3%. Στην θέση Κάστρο Χαλκερού τα βέβαια αποθέματα ανέρχονται σε 5.000 τόνους σιδηρομεταλλεύματος με χαμηλή περιεκτικότητα γύρω στα 0,5 γρ/τον, όμως πλούσιο σε χαλκό που ανέρχεται σε 2,8%.

Το ΙΓΜΕ άρχισε το 1984 να διεξάγει βασική γεωλογική και κοιτασματολογική έρευνα. Από τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών προκύπτουν θετικά συμπεράσματα σχετικά με την ποιότητα και την ποσότητα του μεταλλεύματος. Ερευνητικές εργασίες (18 γεωτρήσεων μέσου βάθους 150 μέτρων) που έγιναν από την Μεταλλευτική Βορείου Ελλάδος (1972-1973) παρέχουν θετικές πληροφορίες για την ύπαρξη σημαντικών μεταλλικών συγκεντρώσεων πολύτιμων μετάλλων στην θέση Γκιόλια που αποτελεί το ΒΑ άκρο της ζώνης Μάνδρα Καρή-Γκιόλα. Συγκεκριμένα αναφέρεται η παρουσία 2.500.000 τόνων πιθανών αποθεμάτων με μέση περιεκτικότητα 2-2,5 γρ/τον χρυσό. Υπολογίζεται ότι το 20% δηλαδή περίπου 400.000 τόνοι έχουν μια μέση περιεκτικότητα σε 7 γρ/τον χρυσό. Στην ευρύτερη περιοχή, επιφανειακές παρατηρήσεις σε συνδυασμό με γεωτρήσεις (8 γεωτρήσεις την περιοχή Κόκκαλα και 1 στη Μ. Καρή) δείχνουν την ύπαρξη 10.000.000 τόνων δυνατών αποθεμάτων. Τα μεταλλοφόρα σώματα εντοπίζονται στους ανώτερους μαρμαροσχιστολιθικούς ορίζοντες και σε βάθος μέχρι 100 μέτρα από την επιφάνεια και το πάχος τους κυμαίνεται από 0,50-13,50 μέτρα. Οι περιεκτικότητες του χρυσού, που παρουσιάζουν συμπαθητική σχέση με το αρσενικό, αυξάνουν με το βάθος. Σχετικά με την ανάκτηση των πολύτιμων μετάλλων, για τον χρυσό φθάνει μέχρι 99%, για τον άργυρο 78% και για το αρσενικό περίπου 60%. Με βάση τα αποτελέσματα των γεωφυσικών ερευνών, καθώς και της συστηματικής δειγματοληψίας του ΙΓΜΕ, σε επιφανειακά και υπόγεια τμήματα της μεταλλοφορίας στις θέσεις Γκορίζο Λόφου και Μάνδρα Καρή, οι προοπτικές για εντοπισμό σημαντικών μεταλλοφόρων σωμάτων παρουσιάζονται ενθαρρυντικές.
Στη βάση των συμπερασμάτων αυτών το ΙΓΜΕ επανήλθε στην περιοχή γύρω στο 1987-1990, με νέα ομάδα γεωλόγων, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο προηγούμενο πρώτο μέρος της ιστορικής αυτής αναφοράς και παρέμβασης, καθώς και με διαφορετικούς κοιτασματολογικούς στόχους και προσέγγιση. Οι συγκεντρώσεις σιδηρομαγγανιούχων οξειδώσεων, που αποτελούν τις χαρακτηριστικές μεταλλοφόρες εμφανίσεις της περιοχής, ερευνήθηκαν αυτή τη φορά με έμφαση στο κοιτασματολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι περιεκτικότητες μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκού, χρυσού και αργύρου. Να διερευνηθεί δηλαδή κατά πόσο σίδηρος και μαγγάνιο, κρύβουν μέσα τους χρυσό και άργυρο. Πολύ γρήγορα προσδιορίστηκε η ορυκτολογική σύσταση που λίγο πού είναι η ίδια σε όλες τις μεταλλοφόρες εμφανίσεις της Παλιάς Καβάλας, αποτελούμενη από αρσενοπυρίτη, σιδηροπυρίτη, χαλκοπυρίτη, μαγνητοπυρίτη, γαληνίτη, σφαλερίτη, γκαιτίτη, ενσουτίτη, ολενίτη, χαλκοφανή, σιδερίτη, αιματίτη, λεπιδοκροκίτη, τοντοροκίτη, λειμωνίτη, καθώς και ασβεστίτη και χαλαζία. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή της Παλιάς Καβάλας καταλαμβάνει έκταση 250 τ.χλμ και συμπεριλαμβάνει περισσότερες από 70 εμφανίσεις οξειδωμέμου μεταλλεύματος, περισσότερο σιδηρούχου και λιγότερο μαγγανιούχου. Οι πιο σημαντικές μεταλλοφόρες συγκεντρώσεις βρίσκονται στις περιοχές Μάντρα Καρή, Γκιόλια, Γκορίζο Λόφος και Θυμαριά. Οι μεταλλοφορίες είναι τεκτονικά ελεγχόμενες και περιορίζονται από ΒΑ και ΒΔ ζώνες διάτμησης μεταξύ σχιστολίθων (γνεύσιοι, αμφιβολίτες) και μαρμάρων της σειράς του Παγγαίου. Η μεταλλοφορία συναντάται σε μορφή φλεβών ή συμπαγών σωμάτων με κύρια ορυκτά τον αρσενοπυρίτη, σιδηροπυρίτη, ήλεκτρο, χαλκοπυρίτη, μαγνητοπυρίτη, γαληνίτη, χαλαζία και ασβεστίτη. Οι τεκτονικές επαφές μεταξύ μαρμάρων και σχιστολίθων φαίνεται ότι είναι οι πιο ευνοϊκές θέσεις εναπόθεσης της μεταλλοφορίας. Τα μεταλλοφόρα σώματα έχουν φακοειδή, στρωματόμορφη ή ακανόνιστη μορφή. Ο χρυσός βρίσκεται συχνά σε αυτοφυή μορφή μέσα σε γκαιτίτη που είναι αποτέλεσμα οξέιδωσης του σιδηροπυρίτη. Οι θειούχες μεταλλοφορίες των βασικών μετάλλων της Παλιάς Καβάλας, που προηγήθηκαν της οξείδωσης, δημιουργήθηκαν από υδροθερμικά διαλύματα μεταμορφικής προέλευσης που εγκλωβίστηκαν σε ρηξιγενείς ζώνες. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα διαλύματα αυτά επανακινητοποιήθηκαν και εμπλουτίσθηκαν με μαγματικά ρευστά που έχουν σχέση με τον Τριτογενή μαγματισμό της περιοχής. Αναλύσεις που έγιναν σε δείγματα χαλαζιακών φλεβών με ασβεστίτη, χαλκοπυρίτη και σιδηροπυρίτη, έδωσαν περιεκτικότητες σε χρυσό πάνω από 9,5 γρ/τον. Αναλύσεις σε φλέβες οξειδωμένου σιδηροπυρίτη έδωσαν περιεκτικότητες από 0,1 έως 14 γρ/τον χρυσό. Αναλύσεις από την περιοχή Μάντρα Καρί έδωσαν περιεκτικότητα σε χρυσό λιγότερη από 1 γρ/τον, όμως αυξημένη περιεκτικότητα σε άργυρο (>160 γρ/τον). Το μετάλλευμα της περιοχής Μάντρα Καρή χαρακτηρίζεται γενικά από υψηλές περιεκτικότητες σε άργυρο και χαμηλές περιεκτικότητες σε χρυσό. Οι περιεκτικότητες του σίδηρου ανέρχονται σε 30%, του μαγγανίου 25,1%, του μολύβδου 0,5% και του ψευδαργύρου 0,3%. Τα βέβαια αποθέματα στη περιοχή Μάντρα Καρή υπολογίζονται σήμερα σε 500.000 τόνους σιδηρομεταλλεύματος με 0,1 γρ/τον χρυσό. Στο παρελθόν υπήρξε εξόρυξη 100.000 τόνων. Τα μεταλλοφόρα σώματα της περιοχής Γκιόλια θεωρούνται ότι βρίσκονται σε βαθύτερο επίπεδο διάβρωσης. Παρατηρήθηκαν πρωτογενή ορυκτά (σιδηροπυρίτης, αρσενοπυρίτης, χαλκοπυρίτης) μέσα σε χαλαζιακές φλέβες. Αρσενοπυρίτης, σιδηροπυρίτης, χαλκοπυρίτης, μαγνητοπυρίτης, γαληνίτης, χρυσός και χαλαζίας είναι η χαρακτηριστική ορυκτολογική σύσταση για τις μεταλλοφορίες της περιοχής Γκιόλια. Ο χρυσός εντοπίζεται σε υπομικροσκοπική μορφή (1,5-2,5 μικρά) μέσα στο χαλαζία σε λατυποποιημένες χαλαζιακές φλέβες. Στη περιοχή Γκιόλια τα βεβαιωμένα αποθέματα ανέρχονται σε 300.000 τόνους με 7 γρ/τον χρυσό, 50% σίδηρο και 7,5% μαγγάνιο. Στο παρελθόν υπήρξε εξόρυξη 50.000 τόνων μεταλλεύματος. Στη περιοχή Μαύρη Τρύπα – Αγία Ελένη τα βέβαια αποθέματα ανέρχονται σε 10.000 τόνους σιδηρούχου μεταλλεύματος με 5,5 γρ/τον χρυσό. Η περιεκτικότητα του σιδήρου και του μαγγανίου είναι 40% και 25 % αντίστοιχα. Σημειώνεται επίσης και η παρουσία βασικών μετάλλων μολύβδου, ψευδαργύρου με περιεκτικότητες και των δύο στοιχείων περίπου 3%. Στην θέση Κάστρο Χαλκερού τα βέβαια αποθέματα ανέρχονται σε 5.000 τόνους σιδηρομεταλλεύματος με χαμηλή περιεκτικότητα γύρω στα 0,5 γρ/τον, όμως πλούσιο σε χαλκό που ανέρχεται σε 2,8%.

Η γεωλογική-κοιτασματολογική χαρτογράφηση βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας που πραγματοποίησε το ΙΓΜΕ στην περιοχή Παλιάς Καβάλας

Βέβαια, ακόμη και αν το αποτέλεσμα έδειχνε ότι υπήρχαν δυνατότητες αξιοποίησης και εκμετάλλευσης των χρυσοφόρων σιδηρομαγγανιούχων μεταλλευμάτων Παλιάς Καβάλας, το γεγονός της κοντινής απόστασης από την πόλη της Καβάλας μειώνε σε μεγάλο βαθμό τις όποιες πιθανότητες. Πόσο μάλλον σήμερα που την περιοχή διαπερνά επίσης η νέα Εγνατία οδός.
Σε κάθε περίπτωση, η γεωλογική-κοιτασματολογική-γεωχημική-γεωφυσική-ορυκτολογική έρευνα που πραγματοποιήθηκε συνέβαλλε καθοριστικά , και εξακολουθεί να συμβάλλει και να συνεισφέρει σε μια πιο τεκμηριμένη και ολοκληρωμένη προσέγγιση της μεταλλογενετικής εξέλιξης στις ζώνες Σερβομακεδονικής και Ροδόπης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *